Τι θέλουν τα παιδιά…
Διαβάζω και ακούω συχνά συναδέλφους να λένε «αυτό θέλουν τα παιδιά», οι μαθητές για την ακρίβεια, «αυτό αρέσει στα παιδιά ή, αντίθετα, «αυτό δεν τους αρέσει» ή «αυτό τα δυσκολεύει και δεν το θέλουν». Όταν λέμε «αυτό», εννοούμε αυτή η γνώση, αυτό το κείμενο, αυτό το μάθημα ή –γιατί όχι;– αυτός ο συνάδελφος…
Τα παιδιά, παρόλο που παιδί από παιδί, μαθητής από μαθητή διαφέρει, έχουν, φυσικά, το δικαίωμα, όπως κάθε ενήλικος, της προτίμησης, δηλαδή να τους αρέσει ή να μην τους αρέσει κάτι. Ειδικά, αν είναι μεγάλα παιδιά, όπως οι μαθητές Λυκείου. Και είναι σεβαστό. Ως ένα βαθμό. Γιατί, στην προκειμένη περίπτωση, δεν αναφερόμαστε σε οποιαδήποτε προτίμηση και αρέσκεια, π.χ. ποιο φαγητό τους αρέσει, αλλά στο τι «πρέπει» ή καλύτερα, για να αποφύγω το επιτακτικά «σκληρό» «πρέπει», τι είναι καλό να μάθουν και να ξέρουν και ποια δεξιότητα να αποκτήσουν τα παιδιά.
Βέβαια, όταν κάτι αρέσει στους μαθητές και το αγαπούν, ασχολούνται με ζήλο και ευχαρίστηση με αυτό, διαθέτουν περισσότερο χρόνο και έχουν καλύτερες επιδόσεις σε αυτό. Απεναντίας, όταν κάτι δεν τους αρέσει ή τους δημιουργεί δυσκολίες δεν είναι ελκυστικό γι’ αυτά, αδιαφορούν γι’ αυτό και είναι πιθανό να το απορρίψουν κιόλας.
Ποιος ορίζει, όμως, τι είναι καλό να μάθουν και να ξέρουν οι μαθητές; Η απάντηση στην ερώτηση αυτή δεν ούτε εύκολη ούτε απλή και, προπαντός, δεν είναι οριστική. Εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, εκπαιδευτικούς και κοινωνικούς.
Δεχόμαστε ότι και οι μαθητές έχουν λόγο στο τι θέλουν να μάθουν, πώς και από ποιον. Αλλά, για πολλούς λόγους, δεν είναι μόνο αυτοί, δεν είναι κυρίως αυτοί, που θα ορίσουν τι είναι καλό να μάθουν.
Το βασικό κριτήριο δεν μπορεί να είναι τι «δυσκολεύει» τους μαθητές, τι τους αρέσει ή τι δεν τους αρέσει (αντίληψη που εμπίπτει στη σφαίρα του λαϊκισμού στην Εκπαίδευσή μας), σε πολλές περιπτώσεις και χωρίς αιτιολόγηση. Γιατί, όσο κι αν είναι αυτοί που θα φτιάξουν το μέλλον στο οποίο θα ζήσουν, δεν μπορούν να κρίνουν και να ξέρουν –ούτε και οι μεγάλοι– τι μπορεί να φανεί χρήσιμο για τη μετέπειτα ζωή τους. Γιατί αληθινή παιδεία δεν είναι μόνο η απόκτηση γνώσεων και δεξιοτήτων για να εξυπηρετηθούν στενά επαγγελματικοί στόχοι, που ταχύτατα αλλάζουν. Γι’ αυτό, «στο σχολείο», όπως λέει και ο Πασκάλ Μπρυκνέρ, «από την παιδική μας ηλικία μάς ξεκλειδώνονται κάποιες πόρτες που, όταν θα μεγαλώσουμε, θα αποφασίσουμε μόνοι μας αν θα τις ανοίξουμε ή αν θα τις αφήσουμε κλειστές».
Εξάλλου, και τα «δύσκολα» μια χαρά τα καταλαβαίνουν τα παιδιά της ηλικίας αυτής, αν ο δάσκαλος τους κινήσει το ενδιαφέρον για αυτά, τους τα εξηγήσει καλά και τα βοηθήσει να τα καταλάβουν. Αλλά και το τι θέλουν και το τι αρέσει στα παιδιά σχετικό είναι, επειδή και η αρέσκεια, όπως και πολλά άλλα, διαμορφώνεται, φτάνει ο μαθητής να μυηθεί σε ένα μάθημα και να το αγαπήσει.
Ας περιοριστούμε, για παράδειγμα, στα γλωσσικά μαθήματα.
Αμφισβητείται από μαθητές ο λόγος για τον οποίο πρέπει να διδάσκονται και να μαθαίνουν, λόγου χάρη, τα Αρχαία Ελληνικά ή θέματα στα οποία αναφέρονται κείμενα των Νέων Ελληνικών τα οποία καλούνται να μελετήσουν ή και τα ίδια τα κείμενα που επιλέγονται. Ό,τι βρίσκεται έξω από το πλαίσιο των εμπειριών και των ενδιαφερόντων τους, ό,τι είναι απαιτητικό νοηματικά και γλωσσικά στην κατανόησή του προκαλεί τη δυσαρέσκειά τους και αποφεύγεται, συχνά και με τη συναίνεση διδασκόντων. Όμως, σύμφωνα με την Εξελικτική Ψυχολογία, ο έφηβος και ειδικά αυτός που βρίσκεται λίγο πριν από την ενηλικίωσή του μπορεί και πρέπει να κατανοεί μεταγλωσσικούς όρους, αφηρημένες έννοιες και λογικές σχέσεις, να κρίνει, να κάνει αναγωγές, να εξηγεί, να μαθαίνει, να αποκτά όχι μόνο γνώσεις, αλλά και τη δεξιότητα της «μετα-γνώσης», δηλαδή της διαδικασίας που συνειδητά ακολουθείται για την αντιμετώπιση προβλημάτων που αφορούν στη γνώση και στη μάθηση.
Έτσι, αποφεύγοντας τα «δύσκολα», εδώ και χρόνια έχουμε μπει σε έναν φαύλο κύκλο: υποβαθμίζεται η ποιότητα στην εκπαίδευσή μας, πέφτει ο βαθμός δυσκολίας των θεμάτων που μπαίνουν στις εξετάσεις, και όσο πέφτει ο βαθμός δυσκολίας των θεμάτων, τόσο περισσότερο υποβαθμίζεται η εκπαίδευσή μας…
Κλείνω με την αφήγηση ενός περιστατικού από την καθηγητική μου σταδιοδρομία. Όταν, πριν από μερικά χρόνια, δίδασκα σε Λύκειο των Αθηνών, κατά την απόδοση των γραπτών Νεοελληνικής Γλώσσας, ενώ έκανα τις παρατηρήσεις μου για περιεχόμενο που δεν ανταποκρίνεται ακριβώς σε ό,τι ζητείται και όπως ζητείται, για έκφραση και ύφος που επικοινωνιακά δεν ταιριάζουν στη δοσμένη περίσταση, για έλλειψη ακριβολογίας και σαφήνειας, για ασυνάρτητα νοήματα και αυθαίρετα συμπεράσματα, για ορθογραφικά λάθη, για κακή στίξη κ.λπ., πετάχτηκε ένας μαθητής και με αφοπλιστική αφέλεια και ειλικρίνεια μου λέει: «Με αυτά ασχολείστε, κύριε!». Του απάντησα: «Ναι, με αυτά ασχολούμαι! Γιατί οι άνθρωποι που τα ξέρουν αυτά και τα εφαρμόζουν, έχουν και καλύτερη ζωή! Αλλά αυτό εσύ δεν το καταλαβαίνεις. Τώρα…».
Σπυρίδων Κ. Κούτρας
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου